Σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο πλέει προς τα αριστερά. Πάνω του διακρίνονται δύο μορφές να στέκονται όρθιες προς την πλευρά της πλώρης. Ο ουρανός είναι γκρίζος και τα πυκνά απειλητικά σύννεφα υποδηλώνουν την ύπαρξη καταιγίδας. Στα αριστερά του πίνακα, τέσσερις γλάροι πετούν πάνω από τα κύματα ολοκληρώνοντας την σύνθεση. Ο ζωγράφος έχει αποδώσει με ιδιαίτερα φροντίδα τις λεπτομέρειες του πλοίου, τα ιστία και την εξάρτισή του. Η ταραγμένη θάλασσα, με τα αφρισμένα κύματα καθώς και ο τρόπος που αποδίδεται ο ουρανός με το φως να διαχέεται μέσα από τους γκρίζους τόνους απηχούν την ακαδημαϊκή κατάρτιση του καλλιτέχνη αλλά και την παρατηρητικότητά του. Ο Ιωάννης Αλταμούρας (1852 – 1878) διακρίθηκε ιδιαίτερα για τις θαλασσογραφίες του. Γιος ζωγράφων, του Ιταλού Francesco Saverio Altamira και της Ελληνίδας Ελένης Μπούκουρα Αλταμούρα, σπούδασε στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στη συνέχεια, με υποτροφία του βασιλέως Γεωργίου του Α΄ συνέχισε τις σπουδές του στην Κοπεγχάγη. Εκεί οριστικοποιήθηκε και το ενδιαφέρον του για την θαλασσογραφία. Το καλλιτεχνικό του ύφος διακρίνεται από ακαδημαϊκά στοιχεία ενώ ενσωματώνει και αναζητήσεις της σχολής της Κοπεγχάγης, της σχολής της Δανίας αλλά και των Ολλανδών θαλασσογράφων του 17ου αιώνα. Παρά το νεαρό της ηλικίας του (πέθανε σε ηλικία 26 ετών) ο Αλταμούρας είχε μια καλλιτεχνική ωριμότητα στο έργο του που γρήγορα τον έκανε να ξεχωρίσει ανάμεσα στους συναδέλφους του και να διακριθεί, ανάγοντάς τον, μαζί με τον Κωνσταντίνο Βολανάκη, στους δύο κορυφαίους Έλληνες θαλασσογράφους.